Λοίμωξη από Κορωνοϊό στην Κύηση - Οδηγία ΕΕΜΓΕ για επαγγελματίες υγείας - Συμβουλές για την εγκυμοσύνη.

Λοίμωξη από Κορωνοϊό στην Κύηση – Οδηγία Ε.Ε.Μ.Γ.Ε. για επαγγελματίες υγείας

Η ταυτότητα του νέου ιού

Ο νέος κορωνοϊός-2019 (SARS-CoV-2) ανήκει σε μια ομάδα μονόκλωνων RNA ιών που μπορούν να προκαλέσουν ένα ευρύ φάσμα κλινικών εκδηλώσεων, οι οποίες κυμαίνονται από πολύ ήπιες (με λίγα συμπτώματα όπως του κοινού κρυολογήματος) έως και πολύ βαριές (σοβαρή πνευμονία, αναπνευστική ανεπάρκεια και θάνατος).

Δύο στελέχη του κορωνοϊού ήταν ευρέως γνωστά μέχρι σήμερα και μας έχουν απασχολήσει  λόγω των επιπλοκών τους, ο SARS κορωνοϊός που προκαλεί σοβαρό οξύ αναπνευστικό σύνδρομο και ο MERS κορωνοϊός που προκαλεί το αναπνευστικό σύνδρομο της Μέσης Ανατολής,

Μετάδοση και κλινικές εκδηλώσεις του νέου ιού

Ο νέος ιός μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο κυρίως μέσω σταγονιδίων του στόματος και της μύτης (απόσταση μικρότερη από 2 μέτρα για διάστημα τουλάχιστον 15 λεπτά), αλλά και δια μέσου των χεριών, όταν έρχονται σε επαφή με δυνητικώς μολυσμένες επιφάνειες ή αντικείμενα (πχ. χρήματα).

Η περίοδος επώασης διαρκεί συνήθως 5 ημέρες αλλά μπορεί να φτάσει μέχρι και 14 ημέρες. Κλινικά μπορεί να εκδηλωθεί με πυρετό, βήχα, φαρυγγίτιδα, αρθραλγίες, μυαλγίες, κεφαλαλγία, καταβολή, διάρροια και δύσπνοια, ενώ ορισμένοι ασθενείς μπορεί να είναι ασυμπτωματικοί.

Συνήθως η νόσος διαδράμει χωρίς σοβαρές επιπλοκές με παραμονή κατ’ οίκον.

Η πλειονότητα των ανθρώπων που καταλήγουν σε νοσοκομείο είναι άνω των 50 ετών και συχνά έχουν κάποια υποκείμενη πάθηση. Το ίδιο ισχύει για όσους θα χρειαστούν υποστήριξη σε ΜΕΘ.

Πως γίνεται η διάγνωση του νέου κορωνοϊού;

Η διάγνωση της πνευμονίας Covid-19 βασίζεται στο ιστορικό ταξιδιού σε ενδημική περιοχή, στο ιστορικό επαφής με φορέα της νόσου, στις κλινικές εκδηλώσεις και επιβεβαιώνεται εργαστηριακά μέσω λήψης επιχρισμάτων και απεικονιστικά με ακτινογραφία θώρακα ή υπολογιστική τομογραφία (CT) θώρακα.

Η εργαστηριακή επιβεβαίωση αφορά θετικό αποτέλεσμα για Covid-19 στην RT-PCR σε δείγματα από το κατώτερο αναπνευστικό σύστημα (πτύελα, ενδοτραχειακές εκκρίσεις ή βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα) ή, αν δεν είναι εφικτό, από το ανώτερο αναπνευστικό σύστημα (ρινοφαρυγγικές εκκρίσεις ή συνδυασμός δειγμάτων ρινοφαρυγγικού και στοματοφαρυγγικού επιχρίσματος).

Ιογενείς λοιμώξεις και κύηση

Γενικά, σε σοβαρές ιογενείς λοιμώξεις κατά την κύηση, οι γυναίκες έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκών, λόγω των αλλαγών που συμβαίνουν στο καρδιοαναπνευστικό και το
ανοσοποιητικό σύστημα σε αυτή την περίοδο.

Χαρακτηριστικά, το 2009 το 5% των συνολικών θανάτων από τον ιό H1N1 αφορούσε εγκύους, ενώ αυτές αποτελούσαν μόνο το 1% των συνολικών κρουσμάτων.

Παράλληλα ο SARS κορωνοϊός και ο MERS κορωνοϊός έχουν συσχετιστεί κατά την κύηση με σοβαρές επιπλοκές, όπως σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS), νεφρική ανεπάρκεια, διάχυτη ενδαγγειακή πήξη, αυτόματες αποβολές κατά το 1ο τρίμηνο, πρόωρο τοκετό, καισαρική τομή λόγω επιδείνωσης της υγείας της μητέρας, ανάγκη για μηχανικό αερισμό, εισαγωγή σε μονάδα εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) και θάνατο.

Covid-19 και κύηση

Ως τώρα τα δεδομένα που αφορούν τη δράση του SARS-CoV-2 κατά την κύηση είναι
περιορισμένα και αφορούν κυρίως το 3ο τρίμηνο.

Κλινικά η νόσος σ’ αυτές τις γυναίκες παρουσιάστηκε όπως στο γενικό πληθυσμό και φαίνεται ότι η κύηση δεν αποτελεί παράγοντα αυξημένης ευαισθησίας για προσβολή από τον νέο ιό.

Σε μερικές από τις περιπτώσεις εκδηλώθηκαν επιπλοκές όπως εμβρυική δυσπραγία και πρόωρος τοκετός, ορισμένες γέννησαν με καισαρική τομή, ωστόσο δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποστηρίζουν τον αυξημένο κίνδυνο αποβολής ή την κάθετη ενδομήτρια μετάδοση.

Μέχρι στιγμής κανένα από τα νεογνά νοσούντων γυναικών δεν βρέθηκε θετικό στον ιό. Έχουν εξεταστεί δείγματα αμνιακού υγρού από πάσχουσες μητέρες και ο ιός δεν έχει ανιχνευθεί. Μια έρευνα έδειξε ότι ο υποδοχέας του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτενσίνης 2 του SARS-CoV-2 υποεκφράζεται στην πρώιμη μητροπλακουντιακή μονάδα με αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της διαπλακουντιακής μετάδοσης.

Covid-19 και θηλασμός

Φαίνεται ότι ο ιός δε μεταδίδεται ούτε μέσω του θηλασμού, οπότε εάν αυτό επιθυμεί η μητέρα μπορεί να το πράξει.

Έχουν εξεταστεί τόσο δείγματα αμνιακού υγρού όσο και γάλακτος από πάσχουσες μητέρες και ο ιός δεν έχει ανιχνευθεί.

Είναι γνωστή η σημασία του θηλασμού και της επαφής της μητέρας με το νεογνό της, ωστόσο η επαφή αυτή πρέπει να είναι περιορισμένη (διαφορετικά δωμάτια) και όταν συμβαίνει να λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα με τη μητέρα να έχει πλύνει καλά τα χέρια της, να φοράει μάσκα και να αποφεύγει να βήχει όταν έχει κοντά της το νεογνό, καθώς ο βασικός κίνδυνος είναι η μετάδοση μέσω της στενής επαφής.

Μία πολύ καλή εναλλακτική λύση είναι η αντλία θηλασμού, πριν τη χρήση της οποίας η μητέρα πρέπει να πλένει πολύ καλά τα χέρια της και η αντλία να καθαρίζεται προσεκτικά ύστερα από κάθε χρήση.

Ιδανικά θα μπορούσε το γάλα να δίδεται στο νεογνό από άλλο υγιές άτομο. Ωστόσο είναι αποδεκτή και η επιστημονική άποψη ότι τα μωρά πρέπει για 14 μέρες να μην έρχονται σε επαφή με τις θετικές στον SARS-CoV-2 μητέρες τους, κάτι που εφαρμόστηκε στην Κίνα.

Η τελική απόφαση πρέπει να λαμβάνεται από κοινού σε συνεννόηση με τη μητέρα και να εξατομικεύεται ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου. Υπάρχει και η σύσταση τα νεογνά νοσούντων μητέρων να αντιμετωπίζονται ως πιθανά κρούσματα και να νοσηλεύονται απομονωμένα.

Covid-19 και προγεννητική φροντίδα – αντιμετώπιση

Επειδή ο Covid-19 ενδέχεται να αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκών κατά την κύηση πρέπει οι αποφάσεις για πιθανές παρεμβάσεις να λαμβάνονται με βάση μια προσεκτική
στάθμιση οφέλους-κινδύνου για τη μητέρα και το έμβρυο.

Έγκυες που παρουσιάζουν συμπτώματα ενδεικτικά του Covid-19 ή που είναι πιθανά ή επιβεβαιωμένα κρούσματα πρέπει να επικοινωνούν άμεσα με το γιατρό τους και τον ΕΟΔΥ (τηλ. 1135 ή 2105212000).

Αν η συμπτωματολογία είναι ήπια πρέπει να μένουν σε απομόνωση στο σπίτι για 14 ημέρες.

Έγκυες που είναι ύποπτα ή επιβεβαιωμένα κρούσματα του Covid-19 πρέπει αν είναι εφικτό να αναβάλλουν για 14 ημέρες τα προγραμματισμένα ραντεβού με το γυναικολόγο τους, κατόπιν συνεννόησης μαζί του.

Υπερηχογραφική παρακολούθηση του εμβρύου και έλεγχος Doppler πρέπει να πραγματοποιείται μετά την ύφεση των συμπτωμάτων της μητέρας για να διαπιστωθεί το «καλώς έχειν» του εμβρύου (η κεφαλή του υπερήχου και όλα τα εργαλεία πρέπει να απολυμαίνονται με ειδικό διάλυμα και ίσως να χρησιμοποιούνται πρσοστατευτικά καλύμματα).

Αν η έγκυος παρουσιάζει σοβαρότερη συμπτωματολογία η αντιμετώπιση πρέπει να είναι ενδονοσοκομειακή, με παρακολούθηση από πολυδύναμη ομάδα ιατρών διαφόρων ειδικοτήτων (μαιευτήρες, εμβρυομητρικοί, μαίες, αναισθησιολόγοι, λοιμωξιολόγοι, μικροβιολόγοι, νεογνολόγοι).

Τα νοσοκομεία – μαιευτήρια πρέπει να διαθέτουν δωμάτια απομόνωσης, κατά προτίμηση αρνητικής πίεσης και ΜΕΘ.

Μέχρι τώρα δεν υπάρχει συγκεκριμένη αντιϊκή αγωγή. Η αντιμετώπιση βασίζεται στη βαρύτητα της κατάστασης της εγκύου και είναι συμπτωματική, με αντιπυρετικά (παρακεταμόλη), έλεγχο του ισοζυγίου των υγρών και των ηλεκτρολυτών, αντιδιαρροϊκά, τακτική μέτρηση των ζωτικών σημείων, εργαστηριακές εξετάσεις (γενική αίματος, έλεγχος ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας και
έλεγχος πηκτικότητας) παρακολούθηση της μυομητρικής δραστηριότητας και του εμβρυικού
καρδιακού ρυθμού με καρδιοτοκογράφημα σε κυήσεις ≥ 26–28 εβδομάδων, υπερηχογραφική
παρακολούθηση και Doppler, αντιβιοτική αγωγή σε πιθανή βακτηριακή λοίμωξη και ανάλογα με τη βαρύτητα οξυγονοθεραπεία για διατήρηση κορεσμού οξυγόνου ≥95%, χορήγηση υγρών
και λήψη άλλων μέτρων.

Covid-19 και τοκετός

Ο τοκετός πρέπει να πραγματοποιείται σε νοσοκομειακό χώρο, με το ελάχιστο δυνατό προσωπικό.

Το προσωπικό πρέπει να είναι εκπαιδευμένο στη χρήση ειδικής στολής προστασίας.

Οι συμπτωματικοί σύζυγοι δεν πρέπει να εισέρχονται στο χώρο.

Ο Covid-19 δεν αποτελεί από μόνος του ένδειξη για τοκετό, εκτός αν κρίνεται ότι θα συμβάλει στη βελτίωση της οξυγόνωσης της μητέρας, σε κρίσιμη κατάσταση της αναπνευστικής της λειτουργίας.

Η απόφαση για τον τρόπο (κολπικός τοκετός ή καισαρική) και τον χρόνο του τοκετού πρέπει να λαμβάνεται μετά από συνεννόηση με τους νεογνολόγους και να εξατομικεύεται σε κάθε περίπτωση, λαμβάνοντας υπ’ όψη την ηλικία κύησης και την κατάσταση του εμβρύου και της μητέρας.

Το σηπτικό σοκ, η οξεία πολυοργανική ανεπάρκεια ή η εμβρυϊκή δυσπραγία απαιτούν επείγουσα καισαρική τομή.

Σε περίπτωση αυτόματου τοκετού, συνιστάται η προσπάθεια επιτάχυνσης του 2ου σταδίου μέσω υποβοηθούμενου κολπικού τοκετού, αφού οι ενεργείς εξωθήσεις με τη χρήση μάσκας μπορεί να είναι δύσκολες για τη γυναίκα και αναποτελεσματικές, ενώ παράλληλα αυξάνει ο κίνδυνος έκθεσης του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού στον ιό. Δεν υπάρχει αντένδειξη στη χρήση επισκληριδίου αναλγησίας.

Πρέπει να γίνεται προσπάθεια περιορισμού των επαγγελματιών που είναι παρόντες στο δωμάτιο την
ώρα του τοκετού, συνεχής καταγραφή των ζωτικών σημείων και συνεχής καρδιοτοκογραφική
παρακολούθηση του εμβρύου.

Αν είναι εφικτό ο τοκετός πρέπει να πραγματοποιείται στο τέλος του προγράμματος των χειρουργείων και στη συνέχεια η αίθουσα να απολυμαίνεται.

Ο τοκετός στο νερό αντενδείκνυται, γιατί δεν υπάρχει τρόπος επαρκούς προφύλαξης του προσωπικού στην περίπτωση αυτή.

Τα νεογνά που γεννιούνται από μητέρες θετικές στον Covid-19 πρέπει επίσης να ελέγχονται για τον ιό.

Τέλος, προγραμματισμένες καισαρικές τομές μπορούν εφόσον αυτό δεν αντενδείκνυται να καθυστερήσουν με γνώμονα την ασφάλεια του προσωπικού, των νεογνών και των υπολοίπων επιτόκων. Το ίδιο ισχύει και για τις προκλήσεις τοκετού.

Covid-19 και χρήση κορτικοστεροειδών

Η απόφαση χορήγησης κορτικοστεροειδών σε περιπτώσεις πρόωρων εμβρύων πρέπει να
λαμβάνεται ύστερα από συνεννόηση μεταξύ μαιευτήρων-γυναικολόγων, εμβρυομητρικών,
νεογνολόγων και λοιμωξιολόγων και απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.

Η χρήση τους, ιδιαίτερα όταν οι επίτοκες είναι σε κρίσιμη κατάσταση, ενδέχεται να επιδεινώσει την κλινική τους πορεία και παράλληλα καθυστερεί τον τοκετό που είναι απαραίτητος για την αποτελεσματική αντιμετώπιση.

Covid-19 και ιατρονοσηλευτικό προσωπικό.

Τα υπάρχοντα δεδομένα δείχνουν ότι ο ιός δε μεταδίδεται μέσω του θηλασμού.

Είναι γνωστή η σημασία του θηλασμού και της επαφής της μητέρας με το νεογνό της, ωστόσο η επαφή αυτή πρέπει να είναι περιορισμένη (διαφορετικά δωμάτια) και να λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα με τη μητέρα να έχει πλύνει καλά τα χέρια της, να φοράει μάσκα και να αποφεύγει να βήχει  όταν έχει κοντά της το νεογνό, καθώς ο βασικός κίνδυνος είναι η μετάδοση μέσω της στενής επαφής.

Αν χρησιμοποιείται αντλία θηλασμού η μητέρα πρέπει προηγουμένως να πλένει πολύ καλά τα χέρια της και η αντλία να καθαρίζεται προσεκτικά ύστερα από κάθε χρήση.

Μια λύση θα μπορούσε να είναι το γάλα να δίδεται στο νεογνό από υγιές άτομο.

Έχει εφαρμοστεί κλινικά και η άποψη ότι τα μωρά πρέπει για 14 μέρες να μην έρχονται σε επαφή με τις θετικές στον SARS-CoV-2 μητέρες τους, κάτι που εφαρμόστηκε στην Κίνα.

Η τελική απόφαση πρέπει να λαμβάνεται από κοινού σε συνεννόηση με τη μητέρα και να εξατομικεύεται ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου.

Υπάρχει οδηγία το νεογνό νοσούσης μητέρας να αντιμετωπίζεται ως πιθανό κρούσμα και να νοσηλεύεται απομονωμένο.

1. Ελληνική Εταιρεία Μαιευτικού και Γυναικολογικού Επείγοντος (ΕΕΜΓΕ) [online]
Διαθέσιμο στο: https://www.hsoge.gr/
[Ανακτήθηκε 06 Απρ. 2020]

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on email
Share on print

Μοιραστείτε το!

Σας άρεσε αυτό το άρθρο;

Ακολουθήστε τα παρακάτω τρία απλά βήματα!

Με την εγγραφή σας στο maia.gr μπορείτε να απολαύσετε περισσότερη αρθρογραφία και να επιλέξετε το σεμινάριο που σας ενδιαφέρει!

Παρακολουθήστε το σεμινάριο online, όποτε και από όπου βρίσκεστε

Επιλέξτε το σεμινάριο που σας ενδιαφέρει, πατήστε ΞΕΚΙΝΗΣΤΕ ΤΩΡΑ

Παρακολουθήστε το σεμινάριο online, όποτε και από όπου βρίσκεστε

Παρακολουθήστε το σεμινάριο online, όποτε και από όπου βρίσκεστε